Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ο Βυζαντινός στρατός της Καππαδοκίας: Μια αφορμή για τα Ακριτικά Έπη

Η ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ, 
ΤΟΠΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΤΩΝ 
ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη


ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Κ. ΛΟΥΓΓΗ 
Απόσπασμα από την μελέτη του:

«ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ 
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ»

Σύμφωνα με τον Νικηφόρο Βρυέννιο, στο τρίτο τέταρτο του ενδέκατου αιώνα, η αρχαία των Καππαδοκών μητρόπολις, φημί δη την περιβόητον Καισάρειαν, είχε τα τείχη της διερρωγότα και μόνο μερικοί πύργοι είχαν απομείνει, εις απόδειξιν οίμαι της παλαιάς ευδαιμονίας της πόλεως.
Η βαρύτητα, αν όχι η ευδαιμονία της Καισαρείας έναν αιώνα νωρίτερα από την εποχή που περιγράφει ο Βρυέννιος φαίνεται από το γεγονός ότι, το 956, ο νέος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πολύευκτος (956 - 970) χειροτονείται όχι από το μητροπολίτη Ηράκλειας Περίνθου, σύμφωνα με το έθος, αλλά από το μητροπολίτη Καισαρείας.
Ήδη από το 923, ο ευγενής και ικανότατος δομέστικος των σχολών Ιωάννης Κουρκούας φέρεται να έχει ως έδρα των στρατευμάτων του την Καισαρεία. Από εκεί, θα καταπνίξει την εξέγερση που θα ξεσπάσει στο θέμα Χαλδίας την εποχή αυτή.
Αν, από καθαρά στρατιωτική άποψη, η Καισαρεία ασκεί κάποια ιδιαίτερη επιρροή στα πράγματα της αυτοκρατορίας κατά το δεύτερο ήμισυ του δέκατου αιώνα, αυτό θα γίνει αισθητό στον τρόπο, με τον οποίο θα εκπληρωθεί ο χρησμός της Κρήτης.
Στις αρχές Ιουλίου του 963, ο δομέστικος των σχολών της Ανατολής Νικηφόρος Φωκάς μαζί με τον ανηψιό του στρατηγό των Ανατολικών Ιωάννη Τζιμισκή υποδέχεται την στρατιάν στην Καισαρεία.
Έπεί δε εντός ολίγων ημερών άπαν το της Ασίας προς αυτόν συνήθροιστο στράτευμα, οι στρατηγοί των θεμάτων με επικεφαλής τους τον στρατηγό Ανατολικών Ιωάννη, τά ξίφη γυμνώσαντες και την στρατήγιον σκηνήν κυκλωσάμενοι επευφημούν αυτοκράτορα το Νικηφόρο πολύχρονων κράτος αύτω επευχόμενοι.
Όταν οι επευφημίες κάμπτουν την τυπική αντίσταση του Νικηφόρου που επιθυμεί μάλλον να τηρήσει κάποια προσχήματα, ο νέος αυτοκράτορας βγαίνει από τη σκηνή φορώντας ήδη τα ερυθρά πέδιλα, ζωσμένος το ξίφος του και στηριζόμενος σε δόρυ. Ανεβαίνει σε ένα ύψωμα και δημηγορεί εις επήκοον της στρατιάς:

«ο τωρινός μας αγώνας δεν είναι ούτε εναντίον των Αράβων της Κρήτης, ούτε εναντίον Σκυθών ή Αράβων που, χάρη στη δική σας αρετή, νικήσαμε ήδη, αλλά εναντίον της Ρωμαίων πολιτείας, σε ολόκληρη την επικράτεια της οποίας υπάρχουν δυσκολίες και αυτήν δεν μπορούμε να την κατακτήσουμε με μια έφοδο, όπως ένα φρούριο. Περιβρέχεται από τη θάλασσα, διαθέτει οχυρά σε διάφορες τοποθεσίες, έχει πολυάριθμο άλκιμο πληθυσμό και υπερέχει σε πλούτο και κειμήλια από ολόκληρη την οικουμένη... Αναλογισθείτε λοιπόν τη δόξα που αποκτήσατε κερδίζοντας νίκες υπό τις διαταγές μου και ακολουθήστε με αμετάκλητα, επιστρατεύοντας την αρετή σας».

Καππαδοκία. Σήμερα.

Η Καισαρεία με παρατεταγμένο τον στρατό της απειλεί την Κωνσταντινούπολη και, αν κρίνει κανείς από την περίπτωση αυτής της επιθεώρησης του στρατού, θα συμπεράνει ότι δεν νικά πάντα ό εν Κωνσταντινουπόλει καθεζόμενος, όπως θα ισχυριστεί λίγο περισσότερο από έναν αιώνα μετά ο Κεκαυμένος, επικουρούμενος ίσως και από το πραγματικό γεγονός ότι η Καισαρεία είχε σβήσει σχεδόν μαζί με τους Φωκάδες.
Διατρέχοντας τον Δέοντα Διάκονο, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι η Καισαρεία και, γενικά, η Καππαδοκία δεν υπακούουν σε άλλον εκτός από τους Φωκάδες. Οι εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά ξεκινούν συνήθως από την Καππαδοκία και επιστρέφουν σ' αυτήν. Με αυτό, ίσως, υπόψη του, ο δουξ Βάρδας Φωκάς εξεγείρεται το 970 και φθάνει στην Καισαρεία, όπου προσπαθεί να συγκεντρώσει στρατό, όπως επτά χρόνια νωρίτερα ο θείος του Νικηφόρος.

Στην Καισαρεία θα απευθύνει γράμμα προς το στασιαστή Βάρδα Φωκά ο αυτοκράτορας πια Ιωάννης Τζιμισκής και ο στασιαστής θα απαντήσει με τρόπο υπερφίαλο.

Ο Φωκάς αντιμετωπίζοντας τον Βάρδα Σκληρό στο Διπόταμον - Μεσάνακτα, θα επιχειρήσει τον ίππου έπίβήναι και διιέναι το στράτευμα. Στην επιθεώρηση του στρατού του οι οιωνοί είναι κακοί καί η στρατιά της Καισαρείας θα διαλυθεί χωρίς να δώσει μάχη.

 Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, στο θέμα Χαρσιανού που έχει για πρωτεύουσα του την Καισαρεία, ο Βάρδας Φωκάς θα ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από τους ευγενείς συγγενείς του και τους ηγήτορες των στρατευμάτων της Ανατολής (Αύγουστος 987) και η τελευταία αυτή απόπειρα θα διαρκέσει ως το 989.
Στην συνέχεια, είναι το τέλος της Καισαρείας και των Φωκάδων και η οριστική επικράτηση της Κωνσταντινούπολης, που τόσο φαίνεται ότι εντυπωσίασε τον Κεκαυμένο τον ενδέκατο αιώνα.

Σημείωση Δημητρη Σκουρτέλη:

Είναι ακριβώς την εποχή που περιγράφεται στο άρθρο που αποκρυσταλλώνονται τα Ακριτικά Έπη, και μέσα τους εντάσσεται η τάση εξέγερσης κατά της Αυτοκρατορίας.

Καταλαβαίνουμε, ακόμη, γιατί ο Διγενής παρουσιάζεται να γεννιέται στην Καππαδοκία, ακριβώς αυτήν την περίοδο.

Άλλωστε, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Βάρδας Φωκάς και ο Τζιμισκής αναφέρονται ακόμα στα προφορικά παραδομένα Δημοτικά τραγούδια.


Στρατιωτικοί άγιοι και ευρήματα από θώρακες στην Αρμενία








Πηγή: Βυζαντνά Σύμμεικτα

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Βιολογικός πόλεμος στο Βυζάντιο. Οι μέλισσες


Η λέξη ‘βόμβα’ προέρχεται από τον βόμβο των μελισσών
 πιθανότατα, αυτά τα έντομα χρησίμευαν ως ζωντανές βόμβες, εξ ου και η λέξη!


Αρχαία πήλινη κυψέλη


BYZANTINA ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ 23 (2013)

Σοφία Γερμανίδου

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ «ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ» ΠΟΛΕΜΟΥ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

(αποσπάσματα – επιλογή: Δημήτρης Σκουρτέλης)

Η μετατροπή των έμβιων όντων της Φύσης σε καθοδηγούμενα πολεμικά μέσα δεν αποτέλεσε ασφαλώς ανακάλυψη του Μεσαίωνα, αλλά επινόηση χρόνων πολύ προγενέστερων -αντίθετα από ό, τι πιστεύεται ευρέως. […]

Η εκμετάλλευση των φυσικών δυνάμεων των ζώων μπορεί να μην εξασφάλιζε το άμεσο αποτέλεσμα των καθιερωμένων πολεμικών τακτικών, αλλά μεγιστοποιούσε τα δεινά του αντιπάλου πολύ περισσότερο από τις συμβατικές μεθόδους τόσο στο επίπεδο της σωματικής καταπόνησης όσο, κυρίως, της ad hoc κάμψης του ηθικού και της ψυχολογικής επιβάρυνσης.

Ζώα κάθε κατηγορίας, από ελέφαντες μέχρι φίδια, αξιοποιήθηκαν για την εξόντωση του εχθρού, ενώ τα ιοβόλα έντομα, ειδικότερα οι μέλισσες στις οποίες επικεντρώνεται και η παρούσα μελέτη, επιστρατεύθηκαν επίσης με διάφορα τεχνάσματα. Οι γνώσεις μας, ωστόσο, παραμένουν ανεπαρκείς σχετικά με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο πολέμου. Οι πηγές, ανεξαρτήτως εποχής και θρησκευτικών πεποιθήσεων, είναι φειδωλές και μάλλον αποδοκιμαστικές έως δυσφημιστικές όσον αφορά ανάλογες περιγραφές. Προφανώς, λόγω των ηθικών διλημμάτων, αλλά και του φόβου αντεκδίκησης με ανάλογες μεθόδους, κανένα στρατόπεδο δεν θα ήθελε να οικειοποιηθεί τη χρήση βιολογικών όπλων, στρατηγική που έχει αποδειχθεί επίκαιρη και διαχρονικά εφαρμοζόμενη μέχρι και σήμερα. […]

Σμάρι μελισσών σε άγρια κατάσταση


Αποικίες σμηνών πρέπει να είχαν χρησιμοποιηθεί ως «βλήματα» ήδη από τη Νεολιθική εποχή εναντίον αντίπαλων ομάδων. Οι αρχαιότερες, εντούτοις, καταγραφές αποτελεσματικής στρατιωτικής χρήσης ιοβόλων εντόμων βρίσκονται σε περιγραφές της Παλαιάς Διαθήκης, χωρίς όμως να είναι δυνατή η ιστορική επιβεβαίωσή τους.

Η πραγματική χρήση των μελισσών σε πολεμικές συγκρούσεις ανιχνεύεται για πρώτη φορά σε επεισόδια ρωμαϊκών εκστρατειών. […] Στα μέσα περίπου του 4ου αι. π.Χ. ο Αινείας ο Τακτικός συμβουλεύει τους αμυνόμενους πολιορκούμενης πόλης να εξαπολύουν σφήκες και μέλισσες στις σήραγγες κάτω από τα τείχη για να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους τους. Σύμφωνα με τον Αππιανό, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε εναντίον των Ρωμαίων το 72 μ.Χ. από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη. Κατά την πολιορκία της Θεμίσκυρας, πόλης κοντά στη Σαμψούντα, οι αμυνόμενοι εξαπέλυσαν σμήνη μελισσών, όπως και άλλα άγρια ζώα, μέσα στις σήραγγες τις οποίες είχαν σκάψει οι στρατιώτες του ρωμαίου στρατηγού Λικινίου Λούκουλλου για την υπονόμευση των τειχών.

Η τακτική της απελευθέρωσης σμηνών σε περιορισμένο χώρο που συνηθιζόταν κατά τη ρωμαϊκή εποχή αντικαταστάθηκε στον Μεσαίωνα με την εκσφενδόνιση κυψελών σε αντίπαλο στρατόπεδο ή πολιορκούμενο φρούριο και εξελίχθηκε με τη χρήση μηχανών εκτόξευσης. Το τέχνασμα απέβη δημοφιλές στη μεσαιωνική Δύση και έχει διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο σε πραγματικά γεγονότα όσο και σε θρύλους. […]

Στις βυζαντινές πηγές η πολεμική χρήση ιοβόλων εντόμων και των εστιών τους, ενδεχομένως των μελισσών και των κυψελών, απαντά σε χωρία στρατιωτικών εγχειριδίων, ακολουθώντας την παράδοση αντίστοιχων ρωμαϊκών πραγματειών. Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές αναφορές περιλαμβάνεται στα Τακτικά και τα Ναυμαχικά του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ του Σοφού. Εκτός από τα «θηρία» τα οποία κλείνονται σε «χύτρες» και ρίπτονται στα εχθρικά πλοία, όπως φίδια, σαύρες, σκορπιοί, εκτοξεύονται και όμοια τούτων ιοβόλα· ών συντριβομένων τα θηρία δάκνουσι καὶ συμφθείρουσι διά τοῦ ιού τους πολεμίους έσωθεν των πλοίων. Το ίδιο χωρίο αναπαράγεται παραφρασμένο στα Τακτικά του Νικηφόρου Ουρανού με τη διαφορά ότι τα «θηρία», είναι κλεισμένα σε «τζυκάλια», πήλινα τσουκάλια, και πιθανόν να υπονοεί σμήνη μελισσών. […]

Πήλινες κυψέλες


Η συσχέτιση της δράσης των μελισσών με πολεμικές μεθόδους έχει προχριστιανική προέλευση καθώς εντοπίζεται ήδη σε χωρία αρχαίων συγγραφέων. Σχετικές, άλλωστε, εκφράσεις διασώζονται σε μυθιστορηματικές αφηγήσεις που προέρχονται από την ύστερη αρχαιότητα, αλλά διασώζονται σε πηγές βυζαντινής εποχής. Στα «Βαβυλωνιακά» του Ιαμβλίχου, αφήγημα που αποδίδεται περιληπτικά από τον Πατριάρχη Φώτιο στη Βιβλιοθήκη του, τόσο οι εγκλωβισμένοι σε όρυγμα ήρωες όσο και οι διώκτες τους υφίστανται τις επιπτώσεις από το δηλητηριασμένο μέλι και τις επιθέσεις από άγριο σμήνος μελισσών. […]

Πολύ ενδιαφέρουσα αλλά και ενισχυτική του αντίκτυπου που επιτυχημένα θα αντανακλούσε στη συλλογική συνείδηση των αναγνωστών είναι η ερμηνεία που αποδίδουν βυζαντινής εποχής λεξικά στους όρους βομβώ και βόμβος -από τους οποίους προέρχεται και το νεοελληνικό «βόμβα»: Χαρακτηριστικό είναι ότι τόσο στο Λεξικό της Σούδας, τον 10ο αι., όσο και στο «Μέγα Ετυμολογικόν» (μέσα 12ου αι.), βόμβος καλείται ο ήχος των μελισσών.

Η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς των μελισσών εναντίον ατόμων πιθανόν αντικατοπτρίζει και ενδεχομένως συνδέεται με μια όψη πρωτότυπης «βιολογικής» τιμωρίας. Η ασυνήθιστη αυτή μέθοδος βασανισμού αξιοποιήθηκε για την επιβολή μαρτυρικού θανάτου τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Η ειδεχθής αυτή προέκταση της οπλικής αξιοποίησής τους έχει μυθολογική παράδοση και αρχαίες καταβολές.

 […] Τα γνωρίσματα αυτά συγκλίνουν σε μία γνωστή ανασκαφικά και τεκμηριωμένη αρχαιολογικά περίπτωση, στο φρούριο του Εξαμιλίου της Ισθμίας, όπου ανάμεσα στα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου, συγκεκριμένα εντός του λεγόμενου πύργου, περιλαμβάνονται τέσσερις κυψέλες, αποκαταστημένες μετά τη συγκόλληση και την προσθήκη απωλεσθέντων τμημάτων. […]

Η εύρεση κυψελών μέσα στον πύργο, στη νότια πλευρά του τείχους του Εξαμιλίου, είναι αναπάντεχη. Έχει εκτιμηθεί ότι στο φρούριο διαβιούσαν περίπου 1700 στρατιώτες οι οποίοι διατηρούσαν κατοικίδια ζώα, ακόμη και μέλισσες προκειμένου να προμηθεύονται τα άμεσα απαραίτητα αγαθά της κτηνοτροφίας. […] Ο εντοπισμός των κυψελών θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπόθεση της ενδεχόμενης «πολεμικής» αξιοποίησής τους από τους αμυνόμενους πολιορκούμενους. […] Oι τέσσερις κυψέλες που βρέθηκαν σε πύργο του Εξαμιλίου δεν μπορούν να πιστοποιήσουν μία τέτοια χρήση, πάντως δεν μπορεί να αποκλειστεί δυνητικά και αυτή η δυνατότητα στην ερμηνεία της παρουσίας τους μέσα σε έναν αναπάντεχο πρακτικά χώρο, όπως ένας στρατιωτικός πύργος του φρουρίου. Είναι, επιπλέον, δύσκολο να επιβεβαιωθεί κατά πόσον μία τέτοια αμυντική, κατά βάση, τακτική εφαρμοζόταν συχνά από τον βυζαντινό στρατό. […] 

Η πρόκληση των πιο απωθητικών ψυχολογικά αισθημάτων, τα οποία προξενούσε η απειλή τραυματισμού από ιοβόλα όντα, όπως από σκορπιούς, φίδια και ειδικά μέλισσες, αποτελούσε την κύρια επιδίωξη μιας τέτοιας μορφής πολέμου. Τα ερπετά και τα έντομα χρησιμοποιώντας τα φυσικά τους όπλα προκαλούσαν αποσταθεροποίηση και σύγχυση πολύ μεγαλύτερη από τις σωματικές τους διαστάσεις και, κυρίως, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τις συμβατικές λύσεις.

Μολονότι οι βυζαντινές πηγές μάλλον σιωπούν για τις περιστάσεις ή τις συνθήκες, οι οποίες επέβαλλαν την εφαρμογή ενός τέτοιου τεχνάσματος στους πολέμους τους, είναι ενδιαφέρον να αναζητηθεί ο βαθμός στον οποίο οι Βυζαντινοί δικαιολογούσαν ή απαξίωναν ανάλογες πρακτικές, οι οποίες βασίζονταν εν γένει στον δόλο και την πανουργία. […] 

Χαρακτηριστικά, στα Τακτικά του Λέοντος επιδοκιμάζονται εν γένει τα απεχθή μηχανεύματα ηθικής κάμψης του εχθρού, και περιγράφονται τα πιο συνηθισμένα, όπως η μόλυνση πόσιμου νερού και η αποψίλωση καλλιεργούμενων εκτάσεων και δασών. Στο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου (μέσα 11ου αι.), ο άξιος στρατηγός επανειλημμένα συνιστάται να χρησιμοποιεί κάθε είδους πανούργα τεχνάσματα, όχι μόνο αυτά που είχαν κληροδοτηθεί από τους αρχαίους, αλλά και να επινοεί καινούργια.

Σύγχρονη πήλινη κυψέλη


Παρά, όμως, την ελαστική ηθική των παραπάνω παροτρύνσεων, αντιδράσεις στη μορφή της στρατιωτικής αυτής τακτικής, η οποία απενοχοποιούσε απόπειρες δολιοφθοράς, εκφράζονται εντόνως από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη.
Ο Ατταλειάτης με σθένος αντιμάχεται τις διαφόρου είδους στρατιωτικές «φενάκες» και υπερασπίζεται την ατομική ανδρεία.
O Nικηφόρος Βρυέννιος επίσης συμμερίζεται μια «ιπποτική» αντίληψη της στρατιωτικής τακτικής και, παρόλο που παρεμβάλλει διηγήσεις εξαπατήσεων, παρουσιάζει τους Βυζαντινούς ήρωές του «αλώβητους» από ραδιουργίες που μηχανεύονται οι «βάρβαροι». Φαίνεται πως από κάποια μερίδα συγγραφέων, η εκμετάλλευση των εμβίων όντων σε πολεμικές συγκρούσεις θα επέσυρε σφοδρή κατάκριση και θα θεωρούνταν επονείδιστο μέσο κατάκτησης της νίκης. Παρά όμως τις ηθικολογικές παραινέσεις, η πραγματικότητα φαίνεται πως ήταν τελείως διαφορετική…


[…] Η εφαρμογή του οπλικού χαρακτήρα της μέλισσας συνεχίστηκε παραδόξως με ακόμη μεγαλύτερη συχνότητα στα νεότερα χρόνια και πέραν των γεωγραφικών ορίων του παλαιού κόσμου, επιβίωσε μάλιστα μέχρι και σε συγκρούσεις του 20ου αιώνα. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει περίτρανα ότι τελικώς, τον κύριο λόγο σε μια διαμάχη δεν έχει πάντα η ρώμη ή η ισχύς αλλά η αποκλίνουσα πανουργία και ευρηματικότητα.


Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Η Αυτοκράτειρα Θεοφανώ, µια γυναίκα – αράχνη.

Πηγή φωτογραφίας: http://periodfashion.blogspot.gr/2011/10/byzantine-costume.html

Σύζυγος δύο αυτοκρατόρων και δολοφόνος ενός από αυτούς, ή και δύο, μητέρα του Βασίλειου Βουλγαροκτόνου και αδίστακτη πολιτικός. Αυτή ήταν η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Θεοφανώ.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση γυναίκας στην εξουσία. Έζησε στο δεύτερο μισό του 10ου µ.Χ. αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Οι πληροφορίες που έχουμε για την καταγωγή της είναι συγκεχυµένες. Κάποιοι την αναφέρουν ως κόρη ευγενούς, ενώ μια άλλη άποψη τη θέλει να κατάγεται από τη Λακωνία. Λένε πως ο πατέρας της ήταν ένας Κρατερός, ταβερνιάρης στην Κωνσταντινούπολη, και το πραγματικό της όνομα ήταν Αναστασώ. Ωστόσο, τεκµηριωµένα, κανείς δεν µπορεί να βεβαιώσει την καταγωγή αυτής της επικίνδυνης αυτοκράτειρας.

Πώς κατάφερε μία κοπέλα από άσημη οικογένεια να φτάσει στο υψηλότερο αξίωμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας; Μία εκδοχή είναι ότι έγινε διαγωνισμός ομορφιάς για να επιλεχθεί η νύφη του μελλοντικού αυτοκράτορα. Όπως και να είναι, ο νεαρός διάδοχος, ο Ρωμανός, μαγεύτηκε απ’ την αξεπέραστη γοητεία της Πελοποννήσιας. Ήταν γνωστός για τη ροπή του στις διασκεδάσεις και την αδυναµία του προς το ωραίο φύλο και η Θεοφανώ υπήρξε εκπάγλου καλλονής. Η καταγωγή της νύφης σχολιάστηκε αρνητικά από τους αυλικούς και τον πατέρα του γαμπρού, τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’, που ήθελε μία αριστοκράτισσα στον θρόνο.

Το 956, ο διάδοχος Ρωμανός και η Θεοφανώ παντρεύτηκαν. Η Κωνσταντινούπολη γιόρταζε επευφημώντας το νεαρό ζευγάρι, καθώς ο Ρωµανός , κατά πέντε μόλις έτη μεγαλύτερος της, ολόξανθος, αρρενωπός, ήταν το όνειρο όλων των κοριτσιών της πρωτεύουσας. Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή των φιλοδοξιών της νεαρής κοπέλας.

Η Θεοφανώ έμεινε έγκυος και ο Ρωμανός επέστρεψε στις ερωμένες του. Όμως, όταν πέθανε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ το 959, οι αυλικοί την κατηγόρησαν ότι τον δηλητηρίασε, γιατί ο Αυτοκράτορας την κατηγορούσε. Η ενοχή της δεν αποδείχτηκε ποτέ, ειδικά γιατί ο Κωνσταντίνος Ζ’ πέθανε μετά από μακρόχρονο πυρετό, που δεν συνάδει με δηλητηρίαση. Έτσι, η Θεοφανώ έγινε αυτοκράτειρα, στο πλάι του Ρωμανού που στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.

Η νέα αυτοκράτειρα ασκούσε τεράστια επιρροή στον άντρα της, που προτιμούσε να γλεντοκοπάει με γυναίκες από το να κυβερνά. Μετά τη στέψη του η Θεοφανώ στρέφεται εναντίον της οικογένειας του πεθαμένου αυτοκράτορα. Πείθει τον σύζυγο της, ότι η ζωή του παλατιού δεν ταιριάζει στις αδελφές του, και καλύτερα θα ήταν να βρουν τη γαλήνη σε ένα μοναστήρι. Τα παρακάλια της μητέρας του Ρωμανού, Ελένης, δεν έπιασαν τόπο. Έτσι οι πέντε κόρες του Κωνσταντίνου Ζ’ στέλνονται σε μοναστήρι.

Κατόπιν η Θεοφανώ περιόρισε την πεθερά της Ελένη στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της . Ο Ρωμανός όμως τη γέμιζε πλούτη και νοιάζονταν μόνο για απολαύσεις και ακολασίες. Έτσι οι κρατικές υποθέσεις είχαν περάσει στα χέρια ενός ευνούχου, του Ιωσήφ Μπρίκα, στον οποίο δεν ασκούσε καμιά επιρροή η φιλόδοξη αυτοκράτειρα.

Η κραιπάλη και οι καταχρήσεις, είχαν άσχημη κατάληξη για το Ρωμανό. Το 963, ο Αυτοκράτορας πέθανε σε ηλικία μόλις 26 ετών. Οι αιτίες του θανάτου από κάποιους αποδόθηκαν στον έκλυτο βίο, ωστόσο ο Λέων Διάκονος έγραψε ότι «οι περισσότεροι υποψιάζονται ότι το δηλητήριο του το έδωσαν από τον γυναικωνίτη», εννοώντας τη Θεοφανώ. Για ακόμα μία φορά η Θεοφανώ βρέθηκε στο στόχαστρο των αυλικών, οι οποίοι τη μισούσαν.

Ο πρωτότοκος γιος της και διάδοχος του θρόνου, Βασίλειος, (ο μετέπειτα Βουλγαροκτόνος) ήταν πολύ μικρός για το θρόνο. Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Θεοφανούς ήταν ο Ιωσήφ Μπρίκας, αλλά βρήκε τρόπο να τον αντιμετωπίσει. Επανέφερε στο παλάτι τον σκληροτράχηλο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος μόλις είχε ολοκληρώσει την εκστρατεία στην Κρήτη και ήταν αγαπητός στον λαό.

Ο Νικηφόρος Φωκάς. 

Ο Φωκάς στέφθηκε αυτοκράτορας στην Καισάρεια και μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, όπου κυβερνούσε άτυπα ο Ιωσήφ Μπρίκας. Μετά από αιματηρές οδομαχίες, ο Φωκάς εδραίωσε την κυριαρχία του και νυμφεύτηκε την αυτοκράτειρα Θεοφανώ. Ο γάμος τους προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί ο Φωκάς ήταν πνευματικός πατέρας των γιων της Θεοφανούς και η συγγένεια θεωρούνταν πολύ στενή για γάμο. Ο Πατριάρχης Πολύευκτος αφόρισε τον Φωκά και αρνούνταν να ευλογήσει τη βασιλεία του, όσο βρισκόταν στο πλευρό του η Θεοφανώ. Τότε ο Φωκάς συγκάλεσε Σύνοδο για να καταργήσει την απαγόρευση γάμου λόγω πνευματικής πατρότητας, μια που αυτή είχε γίνει την περίοδο της Εικονομαχίας, αλλά ο Πατριάρχης δεν υποχώρησε. Ο Φωκάς «ξεμπέρδεψε», όταν δύο μάρτυρες ορκίστηκαν ότι ο Φωκάς δεν ήταν νονός των παιδιών της Θεοφανούς.

Όταν η κατάσταση εξομαλύνθηκε, η Θεοφανώ είδε τα ελαττώματα του νέου συζύγου της. Ήταν πολύ μεγαλύτερός της, υπερβολικά σοβαρός και τραχύς χαρακτήρας. Ο στρατηγός ήταν συνηθισμένος στην πειθαρχία και τη λιτότητα του στρατού, κοιμόταν στο πάτωμα και φορούσε ένα χοντρό μάλλινο πουκάμισο μέσα από τα ρούχα του, που του έγδερνε το δέρμα ως τιμωρία για τις αμαρτίες του. Η θρησκοληψία του δεν ταίριαζε εύκολα με τα «ήθη» της γυναίκας του. Ως στρατηγός είχε διεξάγει “ολοκληρωτικό πόλεμο” στα όρια της γενοκτονίας, στα Άδανα και την Κρήτη. (το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν η ανακατάληψη της νήσου από τους Άραβες)

Η διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας από αυτόν προκαλούσε λαϊκή δυσφορία. Ο στρατηγός αποδείχτηκε ακατάλληλος αυτοκράτορας. Οι πόλεμοι γενικεύθηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν, και η εκκλησιαστική περιουσία άρχισε να κινδυνεύει. Η Θεοφανώ, για να μη φθείρεται ο θρόνος των παιδιών της, αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον ανιψιό του, Ιωάννη Τσιμισκή, που ήταν και εραστής της. Ήταν όμορφος και παλικάρι, αλλά και ικανός στρατηγός.

Το 969, ο Τσιμισκής έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεοφανώ έφυγε νωρίς από την κρεβατοκάμαρα του και άφησε την πόρτα ξεκλείδωτη. Λίγες ώρες μετά, μπήκε κρυφά στο δωμάτιο ο Τσιμισκής με τους άντρες του και σκότωσαν τον Αυτοκράτορα. Στον τάφο του έγραψαν: «τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα».

Η Θεοφανώ συμμετείχε στη δολοφονία, υπό την προϋπόθεση ότι ο νέος αυτοκράτορας Τσιμισκής θα την παντρευόταν για να συνεχίσει τη βασιλεία της. Όμως ο Πατριάρχης Πολύευκτος αρνήθηκε να στέψει τον Τσιμισκή αυτοκράτορα, εκτός αν την έδιωχνε από την Κωνσταντινούπολη. Ο εραστής της αυτοκράτειρας επιθυμούσε την εξουσία πιο πολύ από τη Θεοφανώ και την εξόρισε.

Τον επόμενο χρόνο, ο Τσιμισκής παντρεύτηκε την κόρη του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’, Θεοδώρα, που με εντολή της Θεοφανούς είχε φυλακιστεί σε μοναστήρι. Το 975, ο γιος της Θεοφανούς, Βασίλειος, διαδέχτηκε τον Τσιμισκή και επανέφερε τη μητέρα του στην αυλή, η οποία υποσχέθηκε να μείνει μακριά από την πολιτική ζωή του παλατιού. Άλλωστε δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Πέθανε στο Παλάτι, ξεχασμένη απ' όλους.


Ο Βασίλειος σύντομα απέκτησε το προσωνύμιο Βουλγαροκτόνος. Στην πολυετή βασιλεία του, δεν άκουσε ποτέ κάποια γυναίκα, και υπηρέτησε με αφοσίωση και επιτυχία την αυτοκρατορία.

Όσο και “αλμυρά” να ακούγονται όλα αυτά, πίσω από τις δολοπλοκίες της Θεοφανούς κρύβεται η αντίθεση ανάμεσα στην αριστοκρατική γραφειοκρατία της Κωνσταντινούπολης και τους ψημένους στον πόλεμο Μικρασιάτες μεγαλοφεουδάρχες στρατηγούς για την διακυβέρνηση της Αυτοκρατορίας.

Η Θεοφανώ υπήρξε όργανο των δεύτερων και όχι υποκινητής τους. Όσο πολεμικός και ικανός να ήταν ο Βουλγαροκτόνος, εξέφραζε την γραφειοκρατική κλίκα, που τελικά διακυβέρνησε την Αυτοκρατορία μετά από αυτόν, με αποτέλεσμα μια αργή παρακμή της Αυτοκρατορίας.


Δημήτρης Σκουρτέλης

cantus firmus

Περιοδικό Τέχνης και Λόγου

ΝΟΜΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ στο Βυζάντιο


ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΠΟΣΙΑ 4
ΤΟ ΕΜΠΟΛΕΜΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
(9ος - 12ος αι.)
ΙΔΡΥΜΑ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ-ΧΟΡΝ
ΑΘΗΝΑ 1997

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣ
Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΝΟΜΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (αποσπάσματα)

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Κυρίως για να αντιμετωπίσει τα νομικά ζητήματα που μπορούσαν να προκύψουν από την επαφή των πολιτών με τους εχθρούς της, η Ρώμη εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ εχθρού-πολεμίου (hostis) και ληστού (latrunculus ή praedo). Έτσι και τα Βασιλικά υιοθετούν τον εξής ορισμό του Ουλπιανού από τους Πανδέκτες για την έννοια του εχθρού-πολεμίου:

«Πολέμιοι είσιν οι κρίνοντες προς ημάς και ημείς προς αυτούς δημόσιον πόλεμον. Οι δέ μη τοιούτοι λησταί είσι. και οι υπ' αυτών λαμβανόμενοι ουκ είσιν αιχμάλωτοι και ουδέ χρήζουσι δικαίου υποστροφής.»

Η έκφραση «δημόσιος πόλεμος» -το λατινικό κείμενο έχει το επίρρημα publice- χρησιμοποιείται στην περίπτωση αυτή προφανώς με τη σημασία του πολέμου που κηρύχθηκε επίσημα. Το αντίθετο του «δημοσίου πολέμου» είναι ο «ακήρυκτος» πόλεμος, που απαντά συχνά στις πηγές μας στην έκφραση «άσπονδος» -το αντίθετο του «ένσπονδος»- και «ακήρυκτος» πόλεμος.
Πρέπει ωστόσο να σημειώσω ότι με τον καιρό η έκφραση αυτή χάνει τη νομική-τεχνική της σημασία και φθάνει στα βυζαντινά χρόνια να σημαίνει πια τον αμείλικτο πόλεμο. Είχε βέβαια μεσολαβήσει η σταδιακή κατάργηση των τελετουργιών που κάποτε προέβλεπε το jus feriale.

Εξάλλου στα σχόλια των Βασιλικών περιελήφθη σχόλιο του αντικήνσορα Στεφάνου για την έννοια της δουλείας:
«Δουλεία δέ εστί διατύπωσις του ίουρισγενήου, ήτοι του εθνικού νόμου, καθ' ον τις υπό την έτερου δεσποτείαν παρά την φύσιν υποβάλλεται... Οί δέ δούλοι σέρβι' τη Ρωμαίων ονομάζονται γλώττη παρά το φυλάττεσθαι αυτούς. Οί γάρ αυτοκράτορες, τουτέστιν οι εν πολέμω νικώντες, ειώθασι τους αιχμαλώτους πιπράσκειν και δια την ελπίδα της πράσεως τούτους φυλάττειν και μη άνελείν.»
 Έτσι έμμεσα μόνον και χάριν της ετυμολόγησης του λατινικού «σέρβι» πληροφορούμαστε ότι συνέχιζε να ισχύει το καθεστώς της δουλείας στο οποίο καταλήγουν οι αιχμάλωτοι πολέμου. Ανάλογα, σε ένα άλλο σχόλιο διαβάζουμε:
«Κατά τον ίουρισγέντιον νόμον γίνονται δοϋλοι οί από των πολεμίων αιχμάλωτοι λαμβανόμενοι ή εκ των ημετέρων τικτόμενοι θεραπαινίδων.»

Το βυζαντινό λοιπόν «εθνικόν δίκαιον» θεωρούσε ως δεδομένο και νόμιμο τον ανδραποδισμό των αιχμαλώτων πολέμου και δεν περιελάμβανε διατάξεις για την προστασία της ζωής των.

Αντίθετα, σε πολλά κεφάλαια της Συλλογής Τακτικών περιλαμβάνονται υποδείξεις από παλαιότερα εγχειρίδια, στα οποία συνιστάται η θανάτωση των αιχμαλώτων πολέμου, εάν αυτό συμφέρει στην εξέλιξη του πολέμου. Έτσι ο ανώνυμος συγγραφέας παραγγέλλει ότι αν ο στρατηγός βρεθεί σε δυσκολία και δεν κατορθώσει να πείσει τους αντιπάλους του να συμβιβασθούν
«...τους αιχμαλώτους απαντάς αφειδώς τηνικαύτα κτεινέτω.»

Εξάλλου σε άλλο κεφάλαιο καθορίζεται ότι μετά τη νίκη πρέπει μεν να χαρισθεί η ζωή στους άξιολογωτέρους τών αιχμαλώτων, «τό δέ λοιπόν συρφετώδες και χυδαίον πλήθος λιμώ και ξίφει παραδιδόναι».

Ακόμη και τα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ ' που, όπως έδειξε ο Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, περιέχουν πολλές επιεικείς διατάξεις υπό την επήρεια της χριστιανικής ηθικής, δεν προβλέπουν την προστασία της ζωής των αιχμαλώτων, αλλά στηρίζουν την εντολή της μη θανατώσεως τους σε καθαρώς ωφελιμιστικά κριτήρια επαναλαμβάνοντας τη διάταξη της Συλλογής Τακτικών: 

«Τους δέ αιχμαλώτους προ του τελείως καταπαύσαι τον πόλεμον μη κτείνε, και μάλιστα τους ένδοξους και μεγάλους παρά τοις πολεμίοις όντας, ενθυμούμενος το άδηλον της τύχης και το παλίντροπον ώς έπί το πολύ της νίκης, ιν' έχης ει γε συμβή ή τών ύπο σε τινας κρατηθήναι ή κάστρου γενέσθαι ιδίου σου άλωσιν, δι ' αυτών αντικαταλλάττειν και ανακαλείσθαι, τά ώς εικός, συμβαίνοντα ηττήματα. και αντί τών πολεμίων αιχμαλώτων αναλάβης τους φίλους και συμμάχους, ει δέ μή βούλονται τούτο ποιείν οι πολέμιοι, τότε δικαίως, κατά τό ίσον άμυνον, διαχρώμενος ως βούλη επί λύπη των εναντίων.»

Αυτό το «δικαίως» του Λέοντος έχει το παράλληλο του στις διατάξεις που αναφέρονται στη διανομή των λαφύρων, τον λεγόμενο «διαμερισμόν σκύλων», για τον οποίο γίνεται ειδικός λόγος στα Τακτικά της εποχής.

Έτσι η Συλλογή Τακτικών χαρακτηρίζει τις ρυθμίσεις που προδιαγράφει για το θέμα αυτό ως παντί στρατώ νόμον. Εξάλλου οι σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, που εισήχθησαν το πρώτον από τον Λέοντα Γ ' στην Εκλογή, αλλά ανανεώθηκαν στον Πρόχειρο Νόμο από τους Μακεδόνες αυτοκράτορες, δίνουν στους κανόνες διαμερισμού των λαφύρων ισχύ νόμου, προβλέπουν μάλιστα και το ποσοστό εκ των λαφύρων που πρέπει να εισέλθει στο κρατικό ταμείο!
Οι ιστορικές πηγές σχολιάζουν συλλήψεις αιχμαλώτων πολέμου, αλώσεις πόλεων και κατακτήσεις περιοχών με την αναγωγή τους στο «δίκαιο του πολέμου»,  ως ευρισκόμενες δηλαδή σε αρμονία με τον ορισμό του ius gentium του στ ' αιώνα, που περιελάμβανε την κατάκτηση πόλεων και την αιχμαλωσία. Έτσι μιμούμενες παλαιότερες ιστοριογραφικές και άλλες πηγές χρησιμοποιούν στην κατάλληλη θέση την έκφραση «νόμω πολέμου».
Π.χ. ο Ιωάννης Σκυλίτζης περιγράφει ως εξής την εκστρατεία του Ιωάννη Τζιμισκή του έτους 963 στην Κιλικία: 

«Γενόμενος ό' ούτος προς πόλιν Αδαναν και πλήθος καταλαβών επίλεκτων Άγαρηνών σννειλεγμένων εκ πάσης της Κιλικίας, συμπλέκεται τούτω και τρέπεται κατά κράτος, οι μεν ουν άλλοι των Άγαρηνών νόμω πολέμον κατεκόπησαν", ενώ οι άλλοι κατέφυγαν σε έναν λόφο όπου "καταγωνισάμενος πάντας άπέσφαξε, νώτα μηδενός δεδωκότος, ώς ρεύσαι διά του πρανούς εις το πεδίον το αίμα ποταμηδόν, και από τούτου του συμπτώματος κληθήναι τον βουνόν βουνόν αίματος."

 Έτσι η σφαγή των Αγαρηνών δικαιολογείται ως προβλεπόμενη από τον νόμο πολέμου. Όμοια χρησιμοποιεί την έκφραση και ο Λέων ΣΤ' στα Τακτικά αναφερόμενος στη συμπεριφορά του στρατηγού μετά την άλωση μιας πόλης: «Ληφθείσης μέντοι πολέμον νόμω της πόλεως διαλαλείτω πάσι στρατιώταις διά μανδατώρων ο στρατηγός κατά την τών πολεμίων διάλεκτον ώς μη τίνα τών πολιτών άοπλον όντα κτείνειν...».

Προφανώς στην περίπτωση αυτή η έκφραση πολέμου νόμω υπονοεί ότι η πόλη προέβαλε αντίσταση και κατακτήθηκε με τα όπλα. Είναι τόσο συνήθης η έκφραση πολέμου νόμω και μάλιστα όχι μόνο για τις πολεμικές δραστηριότητες των Βυζαντινών αλλά και όλων των αντιπάλων τους, ώστε αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι το δίκαιο του νικητή ανάγεται σταθερά σε έναν γενικό και μη αμφισβητήσιμο κανόνα των διεθνών σχέσεων.

Κάποιες λίγες και σκόρπιες φωνές εκκλησιαστικών συγγραφέων που ζητούν το σεβασμό των αιχμαλώτων, κυρίως των χριστιανών αιχμαλώτων, την αυτοσυγκράτηση κατά τη συγκομιδή των λαφύρων και τη φιλάνθρωπη συμπεριφορά προς τον άμαχο πληθυσμό, δεν φθάνουν ποτέ στο σημείο να αμφισβητήσουν την ισχύ του «νόμου του πολέμου», του δικαίου του κατακτητή, ο οποίος με τη νίκη αποκτά αυτομάτως την κυριότητα των κατακτηθεισών περιοχών και του πληθυσμού τους, που προσμετράται στα κινητά λάφυρα του νικητή
.
Έτσι «νόμος πολέμου» σημαίνει πια λίγο-πολύ το αποτέλεσμα από τη χρήση της δύναμης των όπλων.

Το πνεύμα αυτό απηχούν και τα ρητορικά ποιήματα της εποχής. Έτσι στο ποίημα του για την Άλωση της Κρήτης, ο Θεοδόσιος ο Διάκονος επαινεί τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β' και έμμεσα τον Νικηφόρο Φωκά για τη θανάτωση γερόντων και παιδιών, μητέρων και βρεφών.
 Εξάλλου η τύφλωση ή «πήρωση» των 15.000 αιχμαλώτων στο Κλειδί από τον Βασίλειο Β' το 1014 μνημονεύεται από τις λίγες πηγές της επόμενης πενηνταετίας, που γράφουν για τον Βασίλειο, εντελώς «ψύχραιμα». Παρόλον ότι οι ιστοριογράφοι αυτοί δεν ήταν θαυμαστές του σκληρού αυτοκράτορα, αφήνουν το μέγεθος του πολεμικού αυτού εγκλήματος ασχολίαστο περιοριζόμενοι να μνημονεύσουν την αντίδραση του Σαμουήλ, που όταν τους είδε στην κατάσταση αυτή, συγκλονίσθηκε και πέθανε.
Ο αείμνηστος Διονύσιος Ζακυθηνός προσπάθησε να εξηγήσει την πράξη του Βασιλείου ως την προσήκουσα ποινή, επειδή ο Σαμουήλ δεν ήταν εξωτερικός εχθρός της αυτοκρατορίας, αλλά ένας στασιαστής-πραξικοπηματίας που με την εξέγερση του είχε διαπράξει το έγκλημα καθοσιώσεως.
Είναι ωστόσο ενδιαφέρον ότι μια πρώτη προσπάθεια να δικαιολογηθεί η πράξη με την αναγωγή στην καθοσίωση βρίσκει κανείς στην έμμετρη χρονογραφία του Εφραίμ στον 14ο αιώνα ο οποίος παρουσιάζει την πράξη του Βασιλείου με τους επόμενους στίχους:

Καθείλε δ ' ούχ ήκιστα και τυραννίδα
την τον Σαμουήλ Βουλγάρων άρχηγέτου,
και σφών δ ' άνείλε δυσαρίθμους εν μάχη.
συρρήξεως γαρ συμπεσούσης και μάχης
Μυσών εχειρώσατο χιλιοστύας
πεντάδας εις τρεις τάς ολας ποσουμένας,
ων ομματ' εξέκοψε πάντων ενδίκως.

Ο χαρακτηρισμός της εξέγερσης των Βουλγάρων υπό τον Σαμουήλ ως τυραννίδας επιτρέπει στον συγγραφέα να θεωρήσει την πράξη ως «ένδικη».

Είναι καλύτερο να σταματήσω εδώ, αφού συνοψίσω σε μια πρόταση το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα προηγούμενα: Οι πηγές τις μεσοβυζαντινής εποχής, ιστοριογραφικές και νομικές, δεν κάνουν συχνή μνεία των αρχών του ius gentium και οι αναφορές στον νόμο πολέμου, έχουν τον χαρακτήρα συμβατικών εκφράσεων. 
Οι βασικές διατάξεις του «ιουρισγεντίου νόμου» διατηρούνται στα νομικά κείμενα ως αποστεωμένα υπολείμματα ενός παλαιού νομικού οικοδομήματος, ενώ το πολεμικό μένος και η σκληρότητα των αγώνων της εποχής της εποποιίας δεν άφηναν περιθώριο για ένα δίκαιο πολέμου άξιο του ονόματος του.

(Σημείωση Δημήτρη Σκουρτέλη: Έχουμε παραλείψει τις παραπομπές που έχει κάνει ο συγγραφέας για να "ελαφρώσουμε" λίγο την ανάγνωση)

Δημοσιεύεται και εδώ:

cantus firmus

Περιοδικό Τέχνης και Λόγου

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Μιλώντας με τους προγόνους

Πηγή φωτογραφίας:
https://www.facebook.com/pages/Wulfheodenas/108333802621780?ref=stream
 

Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·γι’ αυτό σωπαίνουν5ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουνπαρὰ δῆμων ὀνείρων, παρὰ δῆμων ὀνείρων. *
Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξωκι α φωνάξω—Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή10σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίαςή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς15για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνοςοι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγγουςκαι το φλασκί των ανέμων αδειάζει.Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·20ξυπνώσαν το χρυσόψαρο κολυμπώνταςμέσα στα χάσματα της αστραπής,κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας25στην αξεδίψαστη γηςσυγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,θα ’λεγες είναι φορτωμένοι σ’ ένα παμπάλαιο κάροκατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,οι αγάπανθοι τ’ ασφοδίλια των νέγρων:30Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπηέπειτα έρχεται το αίμακι η δίψα για το αίμαπου την κεντρίζει35το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·εκείνο το σπίτι περιμένειμ’ ένα γαλάζιο καπνόμ’ ένα σκυλί γερασμένο40περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.Μα πρέπει να μ’ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·45ακριβέ μου Ελπήνωρ!* Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!Ή, δεν τους βλέπεις;—«Βοηθήστε μας!»—Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ14 Γενάρη 1942
Γιώργος Σεφέρης

Πηγή για το ποίημα:


Τελικά, τα μουσεία είναι η μόνη υπαρκτή Νεκρομαντεία. Η δικιά μας Νεκυία.
Το κράνος του Σάτον -Χου.
Βυζαντινό σχέδιο με Αγγλοσαξωνική διακόσμηση.

https://www.youtube.com/watch?v=i7tiUNvZxJU


Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Ο Βουλγαροκτόνος και δυο στρατηγοί


Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑ ΦΩΚΑ
(αποσπάσματα από την "Χρονογραφία" του Μ. Ψελλού)

(Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος) «μπήκε μπρος στο στρατό του, και στάθηκε με το σπαθί στο χέρι, και με το άλλο αγκάλιαζε την εικόνα της Μητέρας του Λόγου, κάνοντάς την ισχυρότατο εμπόδιο στην ακατάσχετη ορμή του…» (Φωκά) «…Αυτός δε, σα σύννεφο που το σπρώχνουν άνεμοι δυνατοί, πέρναγε πάνω κάτω στο πεδίο, ενώ τον χτύπαγαν όσοι βρίσκονταν  και στα δύο κέρατα…» (της παράταξης) «…και λίγο μπροστά από την παράταξη προχωρούσε και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, σείοντας δόρυ μακρύ. 

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και…» (ο Φωκάς) «…ξεκόβοντας από τους δικούς του, έπεσε ξαφνικά από τη σέλλα, και γι αυτό, λένε ό, τι θέλουνε… Άλλοι λένε πως χτυπήθηκε από όσους  τον ακόντιζαν, πέφτοντας από καίρια πληγή, άλλη λένε πως του ήρθε ζάλη από κάποια στομαχική διαταραχή που του σκοτείνιασε το κεφάλι, και χάνοντας τις αισθήσεις του γκρεμίστηκε από το άλογο. Αλλά ο» (συμ-) «Βασιλιάς Κωνσταντίνος καυχιόντανε πως αυτός σκότωσε τον Τύραννο. 

Αλλά αυτό που επικρατούσε σε όσα λέγονταν, είναι πως όλα ήταν τέχνασμα. Δηλητήριο λέγανε πως του δώσανε, που άρχισε να επιδρά μόλις κινήθηκε» (έντονα) «και μπήκε στον εγκέφαλο, και προξένησε την ζάλη και την πτώση. Διαταγή του Βασιλείου ήτανε, και το φονικό χέρι ήταν του οινοχόου του τυράννου» (εδώ τύραννος = σφετεριστής) «Εγώ δε δηλώνω άγνοια, και εναποθέτω τα πάντα στην Μητέρα του Λόγου»

Μιχαήλ Ψελλός. «Χρονογραφία» 1. 16    


Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑ ΣΚΛΗΡΟΥ

Πως διοικείται ένα κράτος….

Σεβόμενος την ηλικία του στασιαστή Στρατηγού, ο Αυτοκράτορας δεν τον τιμωρεί, αντίθετα πιάνει ψιλοκουβέντα μαζί του:

(Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος) «…κατόπιν ρώτησε αυτόν τον έμπειρο στην στρατηγική άντρα» (τον Βάρδα Σκληρό) «για τα κρατικά θέματα και πώς να αποφεύγει τους στασιαστές. Αυτός δε, δεν έδωσε απάντηση στρατηγού, αλλά γνώμη πανούργου…» (σχόλιο μεταφραστή: αυτό σημαίνει στρατηγός, Μιχαλάκη…) «…να καθαιρεί όσους έχουν πολύ εξουσία, να μην παραχωρεί πολύ στρατό σε κανένα στρατηγό, να τους κατατρέχει με άδικη φορολογία, για να ασχολούνται μόνο με τα δικά τους προβλήματα. Να μην βάλει δε καμιά γυναίκα στο Παλάτι, να μην είναι προσιτός εύκολα σε κανένα, και να μην ξέρουν πολλοί αυτά που έχει στο μυαλό του.

Με τούτα τέλειωσε η συνομιλία τους» … « Ο δε Βασιλιάς Βασίλειος, από δω και μπρος ενεργούσε με υπεροψία προς τους υπηκόους του, βασισμένος όχι στην εκτίμησή τους, αλλά πιο πολύ στο φόβο της εξουσίας του, στην πραγματικότητα. 

Και όσο πέρναγαν τα χρόνια και αποκτούσε πείρα σε όλα, καμιά ανάγκη δεν είχε από τους σοφότερους των υπηκόων του. Αυτός λοιπόν διοικούσε, αυτός έβγαζε διατάγματα, αυτός παράτασσε και τον στρατό. Και την πολιτική του, δεν την βάσιζε στους επίσημους νόμους, αλλά στους άγραφους, της προικισμένης του ψυχής»

Μιχαήλ Ψελλός «Χρονογραφία» 1. 29  

Μετάφραση Δημήτρης Σκουρτέλης

Δημοσιεύεται και εδώ:
Περιοδικό Τέχνης και Λόγου